more" /> more" /> more" />

cyplar@cytanet.com.cy

+357 22 428285

Menu

«Πως σχετίζεται το άγχος με τις ρευματοπάθειες»

«Πως σχετίζεται το άγχος με τις ρευματοπάθειες»

Τα αυτοάνοσα νοσήματα αφορούν καταστάσεις όπου το ανοσοποιητικό σύστημα αντιλαμβάνεται κάποια στοιχεία του οργανισμού ως ξένα, με αποτέλεσμα να στρέφεται εναντίων τους και προσπαθεί να τα καταστρέψει. Σε μελέτη του 2002 αναφέρονται 81 αυτοάνοσες ασθένειες, με επικράτηση στο 5% του πληθυσμού των ΗΠΑ (3% για τους άνδρες και 7,1% για τις γυναίκες).

Ανάμεσα στις ασθένειες αυτές περιλαμβάνονται και οι ρευματοπάθειες που εκδηλώνονται με πόνο και οίδημα στις αρθρώσεις, στους τένοντες, στους μυς, στη μέση ή στον αυχένα, πρωινή ακαμψία, ρευματικά ογκίδια κάτω από το δέρμα, αδικαιολόγητη κόπωση, ανορεξία και χαμηλό πυρετό. Οι ρευματικές παθήσεις, που εμπίπτουν στα αυτοάνοσα, δεν περιορίζονται µόνο στο µυοσκελετικό σύστημα, αλλά πιθανόν να προσβάλουν και άλλα όργανα ή συστήματα του οργανισμού, όπως το καρδιαγγειακό, το αναπνευστικό, τα νεφρά, τα µάτια, το δέρμα και ο εγκέφαλος.

Παρόλο που η αιτιοπαθολογία των ρευματοπαθειών δεν μας είναι απόλυτα γνωστή, φαίνεται να χωρίζεται σε τρεις μεγάλες κατηγορίες που πιθανότατα αλληλεπιδρούν: στο γονιδίωμα ή αλλιώς κληρονομικότητα, στις ορμόνες (λόγος για τον οποίο οι γυναίκες είναι πιο επιρρεπείς) και τέλος στους περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως είναι οι λοιμώξεις, ο τρόπος ζωής, το άγχος και το στρες.

Στο παρόν άρθρο θα επικεντρωθούμε στο άγχος και πως αυτό μπορεί να ευθύνεται για την εκδήλωση ή την επιδείνωση των ρευματοπαθειών.

Το άγχος, ως εξελικτικός μηχανισμός, είναι εξαιρετικά χρήσιμο στον άνθρωπο, έχοντας διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην επιβίωσή μας. Ως βιολογική αντίδραση απέναντι σε ένα ερέθισμα, προκαλεί έντονη απελευθέρωση ορμονών με αποτέλεσμα να  δημιουργεί στον οργανισμό ταχυπαλμία, εγρήγορση, εφίδρωση και έντονη λειτουργία του καρδιο-αναπνευστικού συστήματος, με σκοπό να δώσει στον άνθρωπο την απαραίτητη δύναμη «να παλέψει ή να τρέξει» (αντίδραση μάχης ή φυγής). Πολλές φορές όμως το άγχος προκαλείται από μη άμεσες ή μη πραγματικές απειλές, με αποτέλεσμα να εκδηλώνεται υπερβολική ανησυχία σε καταστάσεις της καθημερινότητας και το άτομο να νιώθει ότι βρίσκεται συνεχώς υπό πίεση.  Ο τρόπος με τον οποίο κανείς αντιδρά απέναντι στο άγχος εξαρτάται και πάλι από πολλούς διαφορετικούς παράγοντες όπως το γενετικό υπόστρωμα, η προσωπικότητα και οι προηγούμενες εμπειρίες.

Πίσω από το άγχος υπάρχουν τρεις κυρίαρχες ορμόνες: η αδρεναλίνη, η νορεπινεφρίνη και η κορτιζόλη. Η αδρεναλίνη είναι υπεύθυνη για την άμεση απάντηση του οργανισμού απέναντι σε μια στεσογόνα κατάσταση, προκαλώντας αντιδράσεις στο καρδιαγγειακό και στο μυϊκό σύστημα. Η νορεπινεφρίνη  είναι μια αγγειοσυσπαστική ουσία που πρωταρχικός της ρόλος είναι η διέγερση, το «ξύπνημα» δηλαδή του εγκεφάλου. Τέλος η κορτιζόλη, που θεωρείται η κατεξοχήν ορμόνη του στρες, σε καταστάσεις επιβίωσης ρυθμίζει την αρτηριακή πίεση και διατηρεί την ισορροπία των υγρών στο σώμα. Όταν όμως κανείς εκτίθεται σε καθημερινό στρες, η κορτιζόλη απελευθερώνεται συνεχώς, με αποτέλεσμα να διαταράσσει την ισορροπία του οργανισμού και να προκαλεί ή να

επιδεινώνει προβλήματα υγείας, αφού καταστέλλει το ανοσοποιητικό, αυξάνει την πίεση του αίματος και τα επίπεδα του σακχάρου στο αίμα.

Αναφορικά με την εμπλοκή του άγχους στις ρευματοπάθειες, τα ερευνητικά δεδομένα συσχετίζουν το χρόνιο άγχος με τον χρόνιο πόνο. Στις περιπτώσεις του χρόνιου άγχους, ο οργανισμός φαίνεται να χάνει την δυνατότητά του να καταστείλει τον πόνο, αφού επηρεάζεται η ικανότητα του εγκεφάλου να παράγει ντοπαμίνη, μια ορμόνη υπεύθυνη για το αίσθημα ευχαρίστησης.  Σταδιακά το χρόνιο στρες μειώνει την ικανότητα του εγκεφάλου να παράγει οπιοειδή (τα φυσικά αναλγητικά του οργανισμού) και σε κάποιους ανθρώπους δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την εγκατάσταση του χρόνιου πόνου. Μάλιστα, έρευνες υποστηρίζουν πως οι βλάβες που υφίσταται το σύστημα παραγωγής ντοπαμίνης, είναι η αιτία έναρξης της ινομυαλγίας. Επιπλέον, σε κάποιους ασθενείς με ινομυαλγία, έχουν παρατηρηθεί χαμηλά επίπεδα κορτιζόλης, ένδειξη που υποδηλώνει ότι ο οργανισμός δεν μπορεί να ανταποκριθεί ικανοποιητικά ούτε στο στρες, ούτε και στον πόνο. Άλλες μελέτες έχουν δείξει ότι το άγχος έχει επιβαρυντική δράση στον πόνο, αφού οι συναισθηματικές αντιδράσεις του οργανισμού υποσκελίζουν τους αναλγητικούς μηχανισμούς του.

Πέρα από την επιβαρυντική δράση του άγχους στον χρόνιο πόνο, τα βιβλιογραφικά δεδομένα υπογραμμίζουν την συννοσηρότητα ανάμεσα στις ρευματοπάθειες και τα ψυχικά νοσήματα, κυρίως τις αγχώδεις διαταραχές και την κατάθλιψη. Φαίνεται μάλιστα, ότι το άγχος εμπλέκεται στο κατά πόσο η νόσος θα παραμείνει ενεργή, καθώς και στην βαρύτητα των συμπτωμάτων. Πιλοτική μελέτη του 2016, αναφέρει εξαιρετικά υψηλή επικράτηση του άγχους στους ασθενείς με πρώιμη αρθρίτιδα, της τάξεως του 50% των περιστατικών, ενώ άλλες μελέτες ανεβάζουν τα ποσοστά της συννοσηρότητας μέχρι και στο 70%. Οι ρευματοπάθειες έχουν σημαντική επίδραση στην ποιότητα ζωής των ασθενών και η αυξημένη ψυχολογική συμπτωματολογία σχετίζεται με κακή πρόγνωση της ασθένειας, συμπεριλαμβανομένων των αυξημένων επιπέδων πόνου, κόπωση και αυξημένο κίνδυνο πρόωρου θανάτου.

Η σχέση ανάμεσα στην ψυχική και στην σωματική υγεία είναι ξεκάθαρα αλληλεπιδραστική. Όταν κανείς βιώνει ψυχική δυσφορία πιθανόν τα σωματικά συμπτώματα να επιβαρυνθούν και το αντίστροφο, ενώ εξίσου πιθανή είναι και η μειωμένη ανταπόκριση στη συμπτωματική θεραπεία. Περαιτέρω, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οι άνθρωποι, όταν βρίσκονται κάτω από έντονο άγχος και ψυχολογική πίεση, είναι πιο πιθανόν να έχουν αρνητικές συμπεριφορές που σχετίζονται με την υγεία, όπως το κάπνισμα, η χρήση ουσιών, η κατάχρηση αλκοόλ ή φαρμάκων ή και η αδυναμία λήψης της αγωγής σύμφωνα με τις οδηγίες του θεράποντα ιατρού. Τέλος, τα χαμηλά επίπεδα φυσικής δραστηριότητας των ασθενών με ρευματοπάθεια, μπορεί να οδηγήσουν στην απώλεια των φυσικών ενδορφινών και στην αύξηση του πόνου, ενώ οι ψυχικές διαταραχές έχουν συσχετισθεί με δυσλειτουργίες του ανοσοποιητικού συστήματος. Μελέτη του 2015 αναφέρει πως το άγχος, η καταθλιπτική συμπτωματολογία, ο θυμός και η έλλειψη κοινωνικής υποστήριξης στους ασθενείς με ρευματοπάθεια, μπορεί να προκαλέσει ακόμα και καρδιοπάθειες.

Η ανάγκη ψυχολογικής αξιολόγησης και θεραπείας στους ασθενείς με ρευματοπάθεια είναι εξαιρετικά σημαντική, προκειμένου να ανακουφιστούν από το ψυχικό βάρος και να καταφέρουν να διαχειριστούν την ίδια την ασθένεια αλλά και τις επιπτώσεις της σε σωματικό, ψυχολογικό και κοινωνικό επίπεδο.  Η θεραπεία της ψυχολογικής συμπτωματολογίας μπορεί να έχει μεγάλο αντίκτυπο στην εξέλιξη της ρευματοπάθειας, στην ποιότητα ζωής του ασθενούς αλλά και του συντρόφου του που ζει και βιώνει το πρόβλημα μαζί του. Πρόκειται για το νόσημα που δεν πάσχει μόνο αυτός που το φέρει, αφού μπαίνει μέσα στη σχέση του, στην οικογένειά του, η οποία συμπάσχει και χρήζει ψυχολογικής υποστήριξης μαζί με τον ίδιο τον ασθενή.  

 

Θάνος Ε. Ασκητής
Νευρολόγος – Ψυχίατρος
και
Θέκλα Βασιλείου
Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια

Ιατρικό Κέντρο Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας, Δρ Θάνος Ασκητής
Αθαλάσσας 62, Στρόβολος, Λευκωσία
Τηλέφωνο: 22459555
www.askitis-cy.com